Αλλαγή Διαθήκης
Όπως, ορθά και με επάρκεια, ανέπτυξε η ευπαίδευτη συνήγορος των Εφεσειόντων το δόγμα των αμοιβαίων διαθηκών, ως κανόνας κοινοδικαίου, έχει αναγνωρισθεί, θεμελιωθεί και υποστηρίζεται από πλούσια νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι ένα πρόσωπο έχει δικαίωμα να δεσμεύσει την περιουσία του με συμφωνία, ούτως ώστε η διαθήκη του να αποτελεί εμπίστευμα για την εκτέλεση αυτής της συμφωνίας. Οι όροι της ίδιας της διαθήκης συνιστούν και τη μαρτυρία τέτοιας συμφωνίας και αυτός που αποβιώνει πρώτος εκτελεί με το θάνατό του το δικό του μερίδιο της συμφωνίας. Το δεύτερο μέρος δεν μπορεί να αποδεσμευθεί από μόνο του από τη συμφωνία, αλλά καθίσταται εμπιστευματοδόχος για να την εφαρμόσει με τέτοιο τρόπο ώστε να υλοποιήσει την αμοιβαία διαθήκη. Αμοιβαίες διαθήκες μπορούν να ανακληθούν είτε από κοινού, είτε από το ένα μέρος ξεχωριστά, νοουμένου όμως ότι το μέρος που προτίθεται να ανακαλέσει κοινοποιεί την εν λόγω ανάκλησή του στο άλλο μέρος. Δεν είναι όμως επιτρεπτό σε οποιοδήποτε μέρος να ανακαλέσει τη διαθήκη του εν αγνοία του άλλου, ούτε στον επιβιώσαντα να το πράξει μετά το θάνατο του άλλου. Προβάλλει ως θεμέλιο του δόγματος των αμοιβαίων διαθηκών η δημιουργία σύμβασης μεταξύ δύο διαθετών που συμφωνείται ότι δεν θα μεταβληθεί μετά το θάνατο του ενός εξ αυτών. Η υποχρέωση που επιβάλλεται επί του επιζώντα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και δημιουργείται ως θέμα δικαίου. Τελικός σκοπός του υπό αναφορά δόγματος και των αρχών της επιείκειας που το καλύπτουν είναι η αποφυγή εξαπάτησης του προαποβιώσαντος διαθέτη, ο οποίος απεβίωσε με την πίστη και την πεποίθηση ότι ο επιζών θα κρατήσει την υπόσχεσή του και θα τηρήσει τη συμφωνία τους
http://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=/apofaseis/aad/meros_1/2016/1-201602-239-10.htm