Κριτήρια Προαγωγών
Έχει κατ' επανάληψη λεχθεί από τη νομολογία μας πως μικρές διαφορές στις αξιολογήσεις συνιστούν οριακές διαφορές, μη δυνάμενες να προσδώσουν υπεροχή σε αξία στα ενδιαφερόμενα μέρη. Αντίθετα, αναδεικνύουν υποψήφιους ουσιαστικά ισοδύναμους σε αξία. (Νίκος Αττά κ.ά. ν. Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (2012) 3 Α.Α.Δ. 438).
Στην υπόθεση Πατσαλίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας (2011) 3(Β) Α.Α.Δ. 738, ενδεικτικά αναφέρονται και τα εξής:
"Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Republic v. Roussos (1987) 3 C.L.R. 1217, Κέντα ν. Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 485, Βασιλειάδης ν. Τσιάππα (2005) 3 Α.Α.Δ. 403, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 495 και Λοϊζος Παναγή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 156/2008 ημερ. 29/9/2011) η διαφορά στην αξιολόγηση των υπαλλήλων σε 3 έως 5 «Εξαίρετος» περισσότερα ο ένας από τον άλλο σε μια πενταετία, δεν προσδίδουν σε αυτόν που έχει τα περισσότερα «Εξαίρετος» υπεροχή στην αξία έναντι των υπολοίπων, αλλά απλώς πρέπει οι υπάλληλοι να θεωρούνται ισοδύναμοι. Τονίστηκε ότι η ορθή αντιμετώπιση του θέματος είναι να εξετάζεται η γενική εικόνα ενός υποψηφίου και όχι να γίνεται αριθμητική φόρμουλα για να φανεί ποιος έχει τα περισσότερα «Εξαίρετος»."
Με δεδομένη την ουσιαστική ισοδυναμία στη βαθμολογημένη αξία, καθίσταται έκδηλο ότι στις περιπτώσεις αμφοτέρων των αιτητριών, παραγκωνίστηκαν τα υπέρτερα ακαδημαϊκά προσόντα τους. Οι κάποιες αναφορές που όντως γίνονται στα ακαδημαϊκά προσόντα των αιτητριών και συγκεκριμένα ότι σ' αυτά δόθηκε η δέουσα βαρύτητα, είναι γενικόλογες και κάθε άλλο παρά υποδεικνύουν το αντίθετο. Είναι η άποψη μου ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις η αξιολόγηση των ακαδημαϊκών προσόντων των αιτητριών κατέληξε να είναι εντελώς οριακή, έξω από τα όρια της νομολογίας.
Όπως λέχθηκε στη Δημοκρατία v. Μιχαηλίδου διαχειρίστριας της περιουσίας του Ανδρέα Μιχαηλίδη (2011) 3(Β) Α.Α.Δ. 871, σελ. 874:
"Δεν νοείται αναφορά στην υπηρεσιακή εικόνα, χωρίς στον όρο να περιλαμβάνονται και τα προσόντα, ως μέρος της. Είναι δε αυτονόητο πως όταν ο νόμος αναφέρεται και στα προσόντα ως κριτήριο για την επιλογή του καταλληλότερου εννοεί προσόντα που δεν απαιτούνται. Δεν δικαιολογούνται συνεπώς οι σκέψεις στο περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας περί ισοδυναμίας «όταν τα άλλα δυο στοιχεία κρίσης είναι ίσα» ή οι διατυπώσεις που εμφανίζονται να παραγνωρίζουν πως το δίπλωμα του εφεσίβλητου ασφαλώς του έδιδε υπεροχή στα προσόντα. Να έχουμε δε υπόψη, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί, πως δεν υπάρχει εκ των προτέρων καθορισμός ορισμένης βαρύτητας για το κάθε ένα από τα κριτήρια, ανεξάρτητα από τους συσχετισμούς που τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης επιβάλλουν. Σημείωσε, λοιπόν, ο Διευθυντής αλλά στη συνέχεια και η ΕΔΥ, πως δόθηκε σ' αυτό το δίπλωμα που αναγνωρίστηκε ότι έδιδε στον εφεσίβλητο υπεροχή, «η ανάλογη βαρύτητα» και θεωρούμε πως ορθά ο συνάδελφός μας εντόπισε ουσιώδες έλλειμμα στην αιτιολογία όπως εξηγήθηκε στο απόσπασμα από την απόφασή του που παραθέσαμε."
Στη Δημοκρατία κ.ά. v. Aσσιώτη (2010) 3 A.A.Δ. 395, σελ. 409 υποδείχθηκαν σε σχέση με τις προεκτάσεις της κατοχής πρόσθετων ακαδημαϊκών προσόντων, μη απαιτούμενων στο σχέδιο υπηρεσίας, τα ακόλουθα σχετικά:
"Στην παρούσα περίπτωση, το ενδιαφερόμενο μέρος, το οποίο από άποψης αξίας στη βάση των Υπηρεσιακών Εκθέσεων, ήταν ισοδύναμο με τον αιτητή, κατείχε πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα σχετικά με τα καθήκοντα της θέσης, τα οποία όπως αναγνωρίζει η νομολογία, παρέχουν πλεονέκτημα στον κάτοχό τους για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης, εάν δε αυτός δεν επιλεγεί, θα πρέπει να δοθούν λόγοι που να τα αντισταθμίζουν - (βλ. Δημοκρατία v. Υψαρίδη & Άλλου (Αρ. 2) (1993) 3 Α.Α.Δ. 347 και Φιλίππου v. Δημοκρατίας (1997) 3 Α.Α.Δ 1)."
http://www.cylaw.org/cgi-bin/open.pl?file=/apofaseis/aad/meros_4/2014/4-201402-562-11etc.htm